γλύπτης

γλύπτ-ης, [dialect] Dor. [suff] γλύπτ-ας, ου, ,
A carver, sculptor, APl.4.142, 145.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλύπτης — carver masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύπτης — (Sculptor) (Αστρον.).Αστερισμός του νότιου ημισφαιρίου του ουρανού, ανάμεσα στους αστερισμούς του Κήτους, του Υδροχόου, του Νοτίου Ιχθύος, του Γερανού, του Φοίνικα και του Κλίβανου. Στον Γ. βρίσκεται ο νότιος πόλος του Γαλαξία. Ο αστερισμός… …   Dictionary of Greek

  • γλύπτης — ο θηλ. ρια καλλιτέχνης που λαξεύει μορφές ή παραστάσεις επάνω σε σκληρά υλικά: Ο Πραξιτέλης υπήρξε σπουδαίος γλύπτης στην αρχαιότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γλύπτης — [глиптис] ουα. а. ваятель, скульптор …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γλυπτῆς — γλυπτός fit for carving fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φαληρέας, Βάσος — Γλύπτης, ακαδημαϊκός (Αθήνα 1905 – 1979). Αρίστευσε στη Σχολή Καλών Τεχνών (1928) και συνέχισε τις σπουδές του με υποτροφία στο Παρίσι (1930 35). Την ίδια περίοδο παρουσίασε έργα του σε διεθνείς εκθέσεις. Ίδρυσε με άλλους καλλιτέχνες την ομάδα… …   Dictionary of Greek

  • γλύπται — γλύπτης carver masc nom/voc pl γλύπτᾱͅ , γλύπτης carver masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκυλλίς — Γλύπτης από την Κρήτη. Πατέρας του ήταν ο Δαίδαλος, που του δίδαξε τη γλυπτική. Εργαζόταν πάντοτε μαζί με τον αδελφό του γλύπτη Δίποινο και τα έργα του, εκτός από τη Σικυώνα, κοσμούσαν πολλά ιερά στην Πελοπόννησο. * * * Α (κατά τον Ησύχ.)… …   Dictionary of Greek

  • Πολυμήδης — Γλύπτης από το Άργος, που έζησε στο πρώτο μισό του 6ου αι. π.Χ. Δεν αναφέρεται από καμιά αρχαία πηγή, αλλά έγινε γνωστός από δύο ενεπίγραφα μαρμάρινα αγάλματά του που βρέθηκαν στους Δελφούς, πίσω από τον θησαυρό των Αθηναίων. Σήμερα βρίσκονται… …   Dictionary of Greek

  • Σκλάβος, Γεράσιμος — Γλύπτης (1927 1963). Καταγόταν από την Κεφαλλονιά. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και μετεκπαιδεύτηκε στη Γαλλία. Φιλοτέχνησε αρκετά αξιόλογα έργα, πολλά από τα οποία παρουσίασε σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Αθήνα και σε… …   Dictionary of Greek

  • Ταυρίσκος — Γλύπτης και ζωγράφος. Έζησε τον 2o αι. π.Χ. Καταγόταν από τις Τράλλεις και ήταν αδελφός και συνεργάτης του γλύπτη Απολλώνιου και θετός γιος του γλύπτη Μενεκράτη. Αναφέρεται μόνο από τον Πλίνιο, σύμφωνα με μαρτυρίες του οποίου εργάστηκε μαζί με… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.